Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ


                            ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΦΙΛΩΝ ΜΑΣ:



                            Αλεξάνδρα, Νηπιαγωγός, Φλώρινα    

 Τον Γέροντα Παΐσιο δυστυχώς δεν τον συνάντησα όσο ζούσε. Τον γνώρισα, όμως, αργότερα, μέσα από ένα βιβλίο με τίτλο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου-Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», την χρονιά που ήμουν αναπληρώτρια νηπιαγωγός στην Μήλο.
            Στην καθιερωμένη σχολική γιορτή που κάνω πάντοτε πριν από τα Χριστούγεννα, στις 20/12/2000, μία από τις μητέρες μου χάρισε το βιβλίο αυτό. Ήταν η πρώτη φορά που μου χάριζαν κάτι τέτοιο. Ως τότε δεν γνώριζα τίποτε από πνευματική ζωή και, πολύ περισσότερο, για τον Άγιο Γέροντά μας. Φεύγοντας από το νησί για τις διακοπές των Χριστουγέννων, δεν ξέρω πως, πήρα μαζί μου και το βιβλίο αυτό. Τις πρώτες μέρες το είχα παρατήσει σε μιαν άκρη, χωρίς διάθεση να το διαβάσω. Κάποια στιγμή ξεκίνησα να το διαβάζω από περιέργεια και ήδη από τις πρώτες σελίδες του με συνεπήρε. Ξαφνικά, σαν κάτι να άρχιζε να αλλάζει μέσα μου. Ο σύζυγός μου, βλέποντάς με, με ρωτούσε ειρωνικά: «Από πότε άρχισες να διαβάζεις τέτοια βιβλία;». εγώ, όμως, δεν πτοήθηκα, συνέχισα να το διαβάζω καθημερινά, μέχρι που πλέον το έκανα κτήμα μου. Πάνε πια έξι χρόνια από τότε που το βιβλίο αυτό άλλαξε ριζικά την ζωή μου.
            Δύο μήνες μετά την απόκτηση του βιβλίου, αρρώστησε ο σύζυγός μου από κακοήθη όγκο στην παρεγκεφαλίδα. Εισήχθη στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης., καθώς έπρεπε να χειρουργηθεί άμεσα. Τον ένα μήνα της παραμονής μας εκεί, η ταλαιπωρία, οι δυσκολίες και η αγωνία μας ήταν πολύ μεγάλες. Στην συνέχεια, ο γιατρός μας έδωσε εντολή για μεταφορά του συζύγου μου στο Θεαγένειο, προκειμένου να υποβληθεί σε ακτινοβολίες. Καθ’ οδόν προς το Θεαγένειο, ο σύζυγός μου, με παρακάλεσε να του διαβάσω από το βιβλίο του παππούλη, το οποίο λίγο καιρό πριν ειρωνευόταν. Άρχισα να του διαβάζω και από εκείνη την στιγμή αγάπησε τόσο πολύ τον παππούλη, που ζητούσε να του διαβάζω καθημερινά, αφού ο ίδιος αδυνατούσε. Κι όταν του το διάβαζα, το πρόσωπό του έλαμπε. Είχε γίνει άλλος άνθρωπος.
            Ξυπνώντας στο Νοσοκομείο ένα πρωινό του Μαρτίου του 2001 (γύρω στις 06:00), είδα έκπληκτη τον σύζυγό μου να έχει κάνει μπάνιο, να έχει ξυριστεί και να έχει αλλάξει πιτζάμα, ενώ το δωμάτιο μοσχοβολούσε (κολώνια, νόμισα τότε). Ξέροντας, ωστόσο, πως ήταν αδύνατο να έχουν γίνει αυτά χωρίς την βοήθεια τρίτου, αναρωτήθηκα ποιος τον είχε βοηθήσει, αλλά και πως εγώ δεν είχα καταλάβει τίποτα. Έτσι τον ρώτησα: «Παύλε, ποιος σε βοήθησε να ντυθείς, αλλά και προς τι τόση κολώνια; Γιορτάζουμε σήμερα κάτι και δεν το ξέρω;» «Με βοήθησε ο παππούλης να ντυθώ», απάντησε. «Και δεν είναι κολώνια αυτό που μυρίζεις. Για μύρισε καλύτερα. Ήρθε πολύ πρωί ο παππούλης!». Τότε συνειδητοποίησα πως η διάχυτη εκείνη ευωδία δεν έμοιαζε τελικά με κολώνια. Ωστόσο, ως άλλος «άπιστος Θωμάς», πήγα και ρώτησα το νοσηλευτικό προσωπικό αν τον είχαν βοηθήσει εκείνοι ή αν γνώριζαν κάτι σχετικά. Φυσικά, κανείς δεν γνώριζε τίποτα.
            Από τότε ο Παύλος συνομιλούσε καθημερινά με τον Γέροντα Παΐσιο, ενώ, μάλιστα, κατέγραφε και κάποια πράγματα, τα οποία έχω κρατήσει. Καθημερινά γνώριζε τα αποτελέσματα των εξετάσεων. «Ο παππούλης με ενημερώνει!», έλεγε, όταν τον ρωτούσε σχετικά.
            Ήρθε η Μεγάλη Εβδομάδα. Όλος ο κόσμος θα έκανε Πάσχα με τους δικούς του, κι εμείς στο Θεαγένειο… Νωρίς το πρωί της Μεγάλης Τρίτης, ο σύζυγός μου μού είπε πως στις 11:00, μετά την επίσκεψη των γιατρών, θα φεύγαμε για Φλώρινα και πως θα κάναμε Πάσχα στο σπίτι μας! Φυσικά, εγώ για μιαν ακόμη φορά ήμουν δύσπιστη. Σκεφτόμουν πως έχει παραισθήσεις από το πρόβλημα στο κεφάλι… Αλλά όντως: στις 11:00 η κ. Δεστούνη, Διευθύντρια του Ακτινοθεραπευτικού, του είπε: «Παύλε, σήμερα δεν θα σου κάνουνε ακτινοβολίες, γιατί θα φύγεις  και θα γιορτάσεις το Πάσχα στο χωριό με την οικογένειά σου».
            Πράγματι, το Πάσχα το γιορτάσαμε οικογενειακώς στο χωριό. Περάσαμε πολύ όμορφα. Μετά από τόσα χρόνια, αρχίσαμε και πάλι να πηγαίνουμε εκκλησία την Μεγάλη Εβδομάδα, ενώ ο σύζυγός μου δεν παρέλειπε να μιλά για τον Γέροντα, με κάθε ευκαιρία. Φίλοι και γνωστοί απορούσαν, αλλά και χαίρονταν για την αλλαγή του.
            Μετά το Πάσχα φύγαμε από το χωριό για το Θεαγένειο, προκειμένου ο Παύλος να συνεχίσει τις ακτινοβολίες στην σπονδυλική στήλη, καθώς ο καρκίνος είχε προχωρήσει πλέον στα οστά
            Σε όλο αυτό το διάστημα, βίωνα θαυμαστά γεγονότα. Κάποια νύχτα θέλησα να παραφυλάξω, για να δω και μόνη μου αν όντως συνομιλούσε με τον Γέροντα, όπως έλεγε. Όταν εκείνος αποκοιμήθηκε, εγώ συνέχισα να πιέζω τον εαυτό μου μέχρι τις 03:00 να μείνω ξύπνια. Ωστόσο δεν τα κατάφερα. Όταν ξύπνησα κατά τις 06:00, μου είπε: «Πονηρούλα, ήθελες να δεις και ν’ ακούσεις, αν πράγματι μιλάω με τον Γέροντα! Δεν με πιστεύεις. Ο παππούλης, όμως, μου είπε πως αυτά που συζητάμε δεν πρέπει να τα’ ακούς. Γι’ αυτό εσύ να πέφτεις και να κοιμάσαι». Πως το γνώριζε; Πως ήξερε τι σκεφτόμουν και τι ήθελα να κάνω;
            Μετά από δύο μέρες, ο Παύλος μου ζήτησε να τον πάω στην Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου, για να προσκυνήσει στον τάφο του παππούλη. Αντέδρασα αρνητικά, θυμάμαι, γιατί κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, κυρίως λόγω της κατάστασή του, αλλά και γιατί δεν γνώριζα καν που βρισκόταν το μοναστήρι. Κι ακόμα, πως θα τον έβγαζα από το Νοσοκομείο χωρία άδεια;… Ο παππούλης, όμως, τα είχε κανονίσει όλα. Αποβραδίς, ήρθε να μας επισκεφθεί η κα Ουρανία, την οποία είχαμε γνωρίσει στο Νοσοκομείο. Μόλις εξέφρασα την επιθυμία του Παύλου, λύθηκαν όλα. Την επόμενη μέρα έστειλα τον γιο και τον γαμπρό της να μας πάνε στο Μοναστήρι με το αυτοκίνητό του. Το απόγευμα, χωρίς κανείς στο Νοσοκομείο να το γνωρίζει, φύγαμε για την Σουρωτή. Εκείνη την ημέρα έκανε πολύ κρύο, φυσούσε και έβρεχε. Εγώ, βλέποντας τον άσχημο αυτό καιρό, φοβήθηκα τυχόν επιπλοκές στην υγεία του Παύλου. Ο ίδιος, ωστόσο, με καθησύχασε γι’ ακόμη μια φορά, λέγοντας ότι όλα θα πάνε καλά.
Φτάνοντας στην Σουρωτή, ο σύζυγός μου βγήκε από το αυτοκίνητο και κατέβηκε τα σκαλοπάτια προς τον τάφο του παππούλη, χωρίς καμία βοήθεια. Εκεί ήταν το αποκορύφωμα. Έπεσε στα γόνατα, αγκάλιασε τον τάφο κι έκλεγε γι’ αρκετή ώρα, κάνοντας δημόσια εξομολόγηση, όχι μόνο μπροστά μας αλλά και σε πολλούς άλλους προσκυνητές. Δεν μπορούσα να τον σταματήσω. Μόνο μετά από πολλή ώρα κατάφερα να το πείσω να σηκωθεί, όταν του πρότεινα να πάμε στον Ναό, να προσκυνήσουμε την κάρα του Αγίου Αρσενίου. Το ίδιο έγινε κι εκεί. Φιλούσε την κάρα και έκλεγε και δεν εννοούσε να φύγει. Η κα Ουρανία ρώτησε τις μοναχές αν ήταν δυνατό να μια Παράκληση υπέρ υγεία του συζύγου μου. Πραγματικά, η Παράκληση έγινε και μάλιστα με μία κατάνυξη μοναδική. Σε όλη την διάρκειά της, ενώ εγώ καθόμουν στο στασίδι, ο σύζυγός μου ήταν όρθιος  και έκλεγε συνεχώς. Τελειώνοντας, τον ρώτησα γιατί έκλεγε. Μου απάντησε: «Αλέκα, πρώτη μου φορά βλέπω τόσο όμορφο τον Χριστό!», δείχνοντάς μου την εικόνα του Χριστού μπροστά μας. Μου είπε, μάλιστα, πως θα ήθελε μία ίδια εικόνα για το σπίτι μας, να την βλέπει κάθε μέρα και να παίρνει δύναμη. Εκ των υστέρων μάθαμε πως η εικόνα αυτή είχε αγιογραφηθεί σύμφωνα με τις υποδείξεις του ίδιου του παππούλη. Την ώρα που συνέβαιναν αυτά, ήρθε μία μοναχή και έδωσε στον Παύλο, όχι μόνο το βιβλίο του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκη (με την προτροπή να το διαβάσει οπωσδήποτε, γιατί ήταν γραμμένο από τον παππούλη), αλλά και ένα μεγάλο χάρτινο ρολό, που ξετυλίγοντάς το είδαμε με έκπληξη πως ήταν μία φωτογραφία της εικόνας του Χριστού, για την οποία έγινε λόγος πριν λίγο. Ο σύζυγός μου αγκάλιασε την εικόνα με το πρόσωπό του φωτισμένο κλαίγοντας από χαρά. Η εικόνα αυτή βρίσκεται στο σπίτι μου σε κεντρικό σημείο-κατά την επιθυμία του συζύγου μου-ώστε να την βλέπουν όλοι.
Δύο μέρες αργότερα, ήρθε στον θάλαμό μας, η οποία είχε λείψει με άδεια. Μεταξύ άλλων, μας είπε πως ο σύζυγός μου είχε μεγάλη ευλογία, γιατί στο ίδιο κρεβάτι είχε νοσηλευτεί ο παππούλης γι’ αρκετό διάστημα, όταν ήταν στο Θεαγένειο και πως το συγκεκριμένο δωμάτιο είχε γίνει τότε τόπος προσκυνήματος…
Ο καρκίνος δεν νικήθηκε, τελικά. Έτσι ήθελε ο Θεός. Όμως, ξέρω βαθιά μέσα μου, πως η ψυχή του Παύλου βρίσκεται τώρα κοντά στον Γέροντα, τον οποίο αγάπησε τόσο πολύ. Ακόμη προσπαθώ να συλλάβω την αγάπη που μας έδειξε ο Θεός και επέτρεψε να συμβούν όλα αυτά. Τον Δοξάζω καθημερινά, που με αξίωσε, μέσα από όλα όσα συνέβησαν, να Τον γνωρίσω και να Τον αγαπήσω.


Ιωάννης Βλάχος, Δικηγόρος, Θεσσαλονίκη

Γύρω στα 1975 επισκέφθηκα τον Γέροντα Παΐσιο.
Τον βρήκα στην Μονή Σταυρονικήτα στο Άγιο Όρος και μεταξύ άλλων μου είπε ότι: οι Σέρβοι μια μέρα θα βουτηχθούν στο αίμα τους.
Λίγο καιρό πριν την κοίμηση του Γέροντος Παϊσίου, δύο φίλοι μου διοικητικοί υπάλληλοι στις Καρυές του Αγίου Όρους, πήγαν στην Σουρωτή να επισκεφθούν τον Γέροντα.
Τα άτομα που περίμεναν να επισκεφθούν τον Γέροντα Παΐσιο ήταν γύρω στα 100 και τους πλησίασε μια γερόντισσα, η οποία μετέφερε την επιθυμία του Γέροντα να τους δει άμεσα.

Όταν τους συνάντησε, τους νουθέτησε για την διοίκηση του Αγίου Όρους.